δημαρχικός

δημαρχ-ικός, ή, όν,
A tribunician,

δέλτοι Plu.Cat.Mi.40

; δ. ἐξουσία, = Lat. tribunicia potestas, D.H.6.89, Mon.Anc.Gr.5.18, D.C.54.28: freq. in Inscrr. and Pap., IG3.40, BGU74.3, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δημαρχικός — ή, ό (AM δημαρχικός, ή, όν) [δήμαρχος] όποιος ανήκει ή αναφέρεται στον δήμαρχο «δημαρχικά καθήκοντα», «τὰς δημαρχικὰς δέλτους ἀπέσπασε βίᾳ» …   Dictionary of Greek

  • δημαρχικός — ή, ό ο δημαρχιακός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δημαρχικῶν — δημαρχικός tribunician fem gen pl δημαρχικός tribunician masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικόν — δημαρχικός tribunician masc acc sg δημαρχικός tribunician neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικοῖς — δημαρχικός tribunician masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικοῦ — δημαρχικός tribunician masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικῆς — δημαρχικός tribunician fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικῇ — δημαρχικός tribunician fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχική — δημαρχικός tribunician fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικήν — δημαρχικός tribunician fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δημαρχικῷ — δημαρχικός tribunician masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.